Λατρευτό μας Δουσού

Posted on March 12, 2012 by

1


Γράφει ο Σάντσος Πάντσας

Λατρευτό μας Δουσού,

Σου γράφουμε αυτό το γράμμα γιατί, δεν το κρύβουμε, ανησυχούμε σφόδρα για την τύχη σου.

Στην αρχή, πριν από δύο εβδομάδες περίπου, σε είδαμε λίγο πεσμένο. Πολλοί από μας προσπαθήσαμε να σου φτιάξουμε το κέφι και σου προτείναμε διάφορα. Τι να κάνουμε κατάληψη, τι να κάνουμε απεργίες, τι να πάμε να βρούμε άλλα δ.σ. να κάνεις παρέα και να φωνάζετε μαζί στους δρόμους… Τίποτα εσύ. Δεν είχες κέφι σκεφτήκαμε. Σε ρωτήσαμε να μας πεις εσύ τι θες να κάνεις. Να συντονιστώ μας είπες. Δείξαμε κατανόηση. Αν αυτό έχει ανάγκη, είπαμε, αυτό να κάνει. Ας μην το πιέσουμε και του αφήσουμε κανά ψυχολογικό.

Αφήσαμε τις μέρες να περάσουν, αλλά είχαμε το νου μας. Κάπου θα το πετύχουμε να συντονίζεται αμέριμνο, σκεφτόμασταν. Και αρχίσαμε να παρακολουθούμε τις προσκλήσεις που έρχονταν η μία μετά την άλλη. 

Πρώτα σου ζήτησαν να συντονιστείτε τα αδέλφια σου, οι εργαζόμενοι στην υγεία. Πήγαμε στον Άγιο Σάββα από νωρίς και καθόλη τη διάρκεια της συνέλευσης σε ψάχναμε με αγωνία στην αίθουσα. Δεν ήρθες. Είχαν έρθει όμως άλλα δ.σ. από πολλά νοσοκομεία. Σε έψαχναν και αυτά.

Μετά σε κάλεσαν τα πρωτοξάδελφά σου, οι εργαζόμενοι σε όλο το δημόσιο. Πήγαμε κι εκεί. Πήραμε καφέ, ανοίξαμε σακουλάκι με πασατέμπο, περιμέναμε, περιμέναμε, τίποτα… Τουλάχιστον ακούσαμε πολύ ενδιαφέροντα πράγματα για τις απολύσεις, την αξιολόγηση, το πειθαρχικό, τις κινητοποιήσεις. Και λέγαμε μεταξύ μας, τί ωραία που θα ήταν να τα άκουγε και το δουσού μας. Δεν απογοητευτήκαμε όμως, σου είχαμε εμπιστοσύνη.

Λίγο καιρό μετά, ήρθε νέα πρόσκληση από τα αδέλφια σου. Όταν τελείωσε και αυτή η συνάντηση και δεν είχες φανεί, άρχισαν να μας ζώνουν τα φίδια. Βρε λες να έπαθε κάτι και να μην το ξέρουμε; Βρε μήπως δεν έμαθε για όλες αυτές τις προσκλήσεις;

Αποφασίσαμε να πάρουμε τα μέτρα μας. Την επόμενη πρόσκληση που ήρθε, την εκτυπώσαμε και σου τη φέραμε οι ίδιοι. Χτυπήσαμε την πόρτα στο δωμάτιό σου και μας άνοιξες. Το δωμάτιο μύριζε κλεισούρα και τσιγάρο. Είναι στις μαύρες του, σκεφτήκαμε. Τι να κάνουμε για να του φτιάξουμε το κέφι; Κοίτα, σου είπαμε χαρωπά, είναι κάτι παιδάκια από το Υπουργείο Πολιτισμού που θέλουν να παίξουν μαζί σου. Έχουν φωνάξει και άλλα παιδάκια από άλλα υπουργεία, θα τα περάσετε τέλεια. Δε μας απάντησες. Δεν μπορεί, είπαμε, σε αυτό θα πάει. Είναι και δίπλα στο σπίτι. Πήγαμε κι εκεί. Στηθήκαμε δίπλα στο τραπέζι με τα πατατάκια και τους χυμούς. Τα άλλα παιδιά ήταν πολύ ζωηρά. Λέγανε: Να κάνουμε το ένα, να κάνουμε το άλλο, να βγούμε, να συναντηθούμε στους δρόμους, να φωνάξουμε, να κάνουμε απεργίες, καταλήψεις… Ζηλέψαμε! Να ήταν έτσι ζωηρό και το δικό μας δουσού, σκεφτήκαμε και μελαγχολήσαμε…

Ώσπου ήρθε η προηγούμενη Πέμπτη. Τώρα θα το δούμε σκεφτήκαμε. Είχες πει ότι την Πέμπτη θα έκανες γενική συνέλευση για να αποφασίσουμε όλοι μαζί πώς θα συνεχίσουμε. Όλες αυτές τις μέρες βέβαια δε σε είχαμε δει, δε σε είχαμε ακούσει, δεν είχαμε δει καμία ανακοίνωση. Δεν στο κρύβουμε, ανησυχούσαμε ότι κάτι σοβαρό σου συμβαίνει και δεν θα έρθεις ούτε εκεί. Τελικά ήρθες. Όμως ήσουν άκεφο, λειψό και γκρίνιαζες. Δεν ήθελες να γίνει η συνέλευση και αυτό φαινόταν. Να το διαλύσουμε καλύτερα, είπες κάποια στιγμή, είμαστε πολύ λίγοι και δεν έχω όρεξη. Μα, είπαμε εμείς, αν το διαλύσουμε τώρα πότε θα κάνουμε συνέλευση; Τη Δευτέρα μας απάντησες. Εντάξει, είπαμε πάλι εμείς, τη Δευτέρα.

Το σαββατοκύριακο το περάσαμε μέσα στην αγωνία. Σχεδόν δεν κοιμηθήκαμε.

Και ήρθε η Δευτέρα. Κατεβήκαμε στην αίθουσα εκδηλώσεων, χτυπήσαμε την πόρτα, τίποτα… Πανικοβληθήκαμε. Δεν μπορεί, λέμε, σίγουρα του συνέβη κάτι τραγικό. Περιμέναμε κάτω. Κάναμε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο. Μιλούσαμε στους περαστικούς και τους ρωτούσαμε αν σε είδαν. Δε σε είχαν δει εδώ και μέρες, μας απαντούσαν. 

Πήραμε τηλέφωνο στο Υπουργείο Ανάπτυξης. Είχαν ανοιχτή συνέλευση και καλούσαν τους πάντες. Μαζί κι εσένα. Νομίσαμε ότι έχεις πεταχτεί μέχρι εκεί. Δε σε είχαν δει ποτέ, μας είπαν, δεν ξέρανε καν πώς είσαι.

Κάποια στιγμή, άρχισαν να μπαίνουν στο κτήριο κάποιοι εργαζόμενοι από το Σωτηρία. Θέλανε να δούνε τον Υπουργό. Σκεφτήκαμε ότι είναι η τελευταία ευκαιρία να σε δούμε. Στο κάτω – κάτω, του Υπουργού και όλης της πολιτικής ηγεσίας τους έχεις μεγάλη αδυναμία. Δεν μπορεί, σκεφτήκαμε, θα λυγίσει και θα εμφανιστεί. Δυστυχώς, ούτε τώρα εμφανίστηκες. 

Αγαπημένο Δουσού, δεν μπορούμε να κλείσουμε μάτι από την αγωνία. Δεν τρώμε. Δεν ευχαριστιόμαστε τίποτα. Έσβησε το χαμόγελο από τα χείλη μας. Βλέπουμε στις ειδήσεις τον Μανώλη Καψή και δε γελάμε. Γιαουρτώνουν τον Βενιζέλο και μας αφήνει αδιάφορο. Μας βρίζει ο Γιακουμάτος και δε μας καίγεται καρφί. Δε βρίσκουμε νόημα σε τίποτα πια.

Πες μας κάτι. Δώσε ένα σημάδι ζωής. Μη μας αφήνεις έτσι.

Πες μας ότι αύριο που θα έρθουν τα παιδιά από τους φορείς ψυχικής υγείας θα βγούμε όλοι έξω μαζί τους. Θα είναι τέλεια, θα δεις, θα έχει συναυλίες, θέατρο, δρώμενα, θα φωνάξουμε συνθήματα. Ποιος ξέρει; Μπορεί να ξαναθυμηθείς πώς είναι να βγαίνεις στο δρόμο και να φωνάζεις και να κρατάς πανό και να διεκδικείς τα δικαιώματά σου όπως κάνουν οι εργαζόμενοι και όχι οι υπάλληλοι των υπουργών.

Γιατί νομίζουμε ότι έχεις αρχίσει να το ξεχνάς. Ότι πια δε σ’ ενδιαφέρει.

Δείξε μας ότι είσαι ακόμα με το μέρος μας.

Αγαπημένο Δουσού, σε φιλούμε στοργικά και περιμένουμε νέα σου.
Δεν αντέχουμε άλλο.
Αν δεν φανείς σύντομα, πολύ φοβόμαστε ότι θα σε αντικαταστήσουμε.

Με πολλή αγάπη, οι εργαζόμενοί σου.

 

 

Advertisements