Για τη “μετακόμιση” της Πρόνοιας

Posted on February 29, 2012 by

0


Του Αμπράνοβιτς.

Δυο σκέψεις (άντε τρεις) με αφορμή την επικείμενη ψήφιση του νομοσχεδίου για τη «μετακόμιση» της πρόνοιας στο υπουργείο εργασίας:

Κατ’ αρχάς, ας διακρίνουμε τα δεδομένα μας από τις μεταβλητές (κίνδυνοι- ευκαιρίες) για το θέμα που συζητάμε, με σκοπό να τα απομονώσουμε από τη γενικότερη εξέλιξη κ να τα δούμε ξεκάθαρα, χωρίς καμία προκατάληψη, η οποία μπορεί μεν να είναι δικαιολογημένη, αφού βασίζεται στην παράλληλα βιούμενη εμπειρία της κυβερνητικής πρακτικής, το ήδη διαμορφωμένο κλίμα κ την πίεση υπό την οποία λαμβάνεται αυτή η απόφαση, αλλά μας τοποθετεί σε μια συγκεκριμένη θέση έναντι της εξέλιξης, με περιορισμένη οπτική και τελικά «απέναντι» σε κάποιους στους οποίους ενδεχομένως θα έπρεπε να βρισκόμαστε δίπλα.

Επικείμενη εξέλιξη:

η ψήφιση νομοσχεδίου που θα μεταφέρει τα αντικείμενα που διαχειρίζεται αυτή τη στιγμή η γενική δ/νση πρόνοιας του υπουργείου υγείας στο υπουργείο εργασίας.

Δεδομένα:

α. ενοποίηση προνοιακών πεδίων που έως τώρα υλοποιούνταν διακριτά, στην καλύτερη αλληλοσυμπληρούμενα, άλλως μερικώς αλληλοεπικαλυπτόμενα.

β. μεταφορά του αντικειμένου της πρόνοιας από το υγείας στο εργασίας

Αν αξιολογούσαμε αποκλειστικά το β, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι θα μπορούσε να αποτελεί μια εντελώς αδιάφορη είδηση για κάποιον που θα ήθελε να προσεγγίσει καλοπροαίρετα τα πράματα. Τι στο υγείας – τι στο εργασίας; Αυτό είναι το ζητούμενο; Η σημειολογία στην επιλογή κάθε υπουργείου σίγουρα κάπου παραπέμπει, δεν αποτελεί ωστόσο το καθοριστικό εργαλείο για την ερμηνεία του μέτρου.

Αν τώρα συνδυαζόταν το β με το α, θα μπορούσε κανείς να διακρίνει κ προσδοκώμενα οφέλη από αυτή την προοπτική: Αφού πράγματι στα δύο υπουργεία υπάρχουν συμπληρωματικά αντικείμενα, αν όχι μερικώς επικαλυπτόμενα, τί πιο οικονομικά συμφέρον κ σχεδιαστικά ορθό από την διοικητική και διαχειριστική ενοποίηση των δύο σε μία υπηρεσία, δηλ. σε μία γενική δ/νση ενός υπουργείου;
Ως εδώ, αν συμφωνούμε ότι τα παραπάνω θα αποτελούσαν τις αυθόρμητες πρώτες αντιδράσεις ενός ουδέτερου παρατηρητή, χωρίς προηγούμενη τοποθέτηση στα πράγματα κ τις τρέχουσες εξελίξεις, τότε θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης (εκτός των δύο υπουργείων κ εκτός του δημόσιου χώρου για αρχή) θα αντίκριζε με μεγάλη απορία κ καχυποψία μια κινητοποίηση ενάντια σε αυτή την πολιτική απόφαση, η οποία εν πρώτοις κ ορθολογικά φαίνεται να αξιολογείται θετικά.

Αυτό που δεν αποτυπώνεται πουθενά ξεκάθαρα, ούτε και ομολογείται φανερά είναι οι λόγοι που ερμηνεύουν την ασφυκτική χρονική πίεση υπό την οποία ζητείται να γίνει αυτή η μεταφορά κ η έλλειψη οποιωνδήποτε εχεγγύων για την ασφαλή και εύρυθμη συνέχιση της λειτουργίας των επιμέρους πεδίων, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και ευαίσθητων σημείων αυτών. Η δε προχειρότητα και έλλειψη οιουδήποτε πλαισίου για τη διενέργεια αυτής της «μετακόμισης» αφήνει σκόπιμα περιθώριο για διασταλτικές κ ελεύθερες ερμηνείες του απώτερου σκοπού αυτής, γεγονός το οποίο αφοπλίζει τους φύσει κ θέσει θεματοφύλακες των επιμέρους πεδίων της πρόνοιας, αποπροσανατολίζοντάς τους σε μια παράλογη λογική του «ο θάνατός σου η ζωή μου»…

Ας δοκιμάσουμε, όμως να μπούμε στην οπτική του οικοδεσπότη, εκείνου δηλ. που αναμένει να διευρυνθεί το αντικείμενο που διαχειρίζεται η υπηρεσία του, προσαρτώντας κομμάτια που μέχρι τώρα διαχειρίζονταν ένα άλλο υπουργείο:

Πρόκληση κατανόησης του νέου πεδίου: αναγνώριση των αναγκών – σκιαγράφηση των επωφελούμενων ομάδων – στάθμιση των νέων δεδομένων – χαρτογράφηση των διαθέσιμων πόρων – κατανόηση των χρηματοδοτικών μηχανισμών – σύναψη συνεργασίας με θεσμικούς κ κοινωνικούς εταίρους του νέου πεδίου – εκτίμηση των μεγεθών – καλλιέργεια της αντίληψης του νέου χώρου –  …

Φαίνεται, αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς την ενστικτώδη αντίσταση στην αλλαγή κ τον ενδόμυχο φόβο μπροστά στο νέο/ άγνωστο – για να μην αναφερθώ στη γνωστή εγγενή αδυναμία του χώρου μας να κάνει ένα βήμα μπρος, δεξιά ή αριστερά του… – πως η προοπτική της διεύρυνσης – επέκτασης του αντικειμένου που διαχειρίζεται μια υπηρεσία δεν μπορεί να αποτελεί θελκτική προοπτική, τουλάχιστον όσον αφορά στο ουσιαστικό κομμάτι της διαχείρισης νέων καθηκόντων, όπως αυτό αναφέρθηκε παραπάνω. Γνωρίζοντας μάλιστα ένα μικρό κομμάτι του πεδίου της πρόνοιας που μέχρι στιγμής διαχειρίζεται το υπουργείο υγείας με επωφελούμενη ομάδα τους πρόσφυγες κ λίγο από τα υπόλοιπα τμήματα για ευρύτερες ευπαθείς ομάδες, μπορώ να πιστοποιήσω ότι η συνθετότητα των αντικειμένων, μαζί με τις τρέχουσες υποχρεώσεις κ εκκρεμότητες δεν θα μπορούσε παρά να τρομάζουν κάποιον που θα το αντίκριζε ως δυνητικό νέο πεδίο δράσης της υπηρεσίας του. Αυτό, βέβαια, σε περίπτωση που είχε στοιχειώδη συναίσθηση των θεμάτων κ των διαδικασιών. Ή, από την άλλη, αν έδινε στον εαυτό του την ευκαιρία να αναμετρηθεί με αυτή τη διάσταση της νέας πρόκλησης…

Αφού είδαμε τα δεδομένα, ας δούμε τώρα κ τους κινδύνους ή τις ευκαιρίες, όπως αυτά μοιάζουν να διαμορφώνονται στη σκιά των γενικότερων εξελίξεων κ των προαναγγελθεισών μεταρρυθμίσεων της δημόσιας διοίκησης ή αλλιώς ας δούμε το θέατρο σκιών που παίζεται από τους σύγχρονους καραγκιοζοπαίχτες μας, όπως αυτό παρουσιάζεται στις δύο ομάδες, εκτός κ εντός έδρας:

Εκτός έδρας (υγείας): Ο Καραγκιόζης γιατρός

Σύνθημα: Το αντικείμενο φεύγει για το άλλο υπουργείο!

Κατεύθυνση προς τους εργαζόμενους: κατοχυρώστε, όπως μπορείτε καλύτερα το αντικείμενο κ τις θέσεις όσων απασχολούνται σε αυτό. Προσοχή γιατί οι απολύσεις έρχονται!

Εντός έδρας (εργασίας): Ο Καραγκιόζης φούρναρης

Σύνθημα: Νέο αντικείμενο έρχεται στο υπουργείο!

Κατεύθυνση προς τους εργαζόμενους: ετοιμαστείτε να υποδεχτείτε όπως μπορείτε καλύτερα το νέο αντικείμενο, για να δικαιολογήσετε τις θέσεις εργασίας σας. Όσο μεγαλύτερο το αντικείμενο, τόσο καλύτερα! Ενδεχομένως να χωρέσετε μέσα κ κάποιους από τους συναδέλφους σας του ΟΕΚ κ των άλλων υπηρεσιών που ήδη έκλεισαν! Προσοχή γιατί οι απολύσεις έρχονται!

Το αποτέλεσμα των δύο παραστάσεων, που φυσικά είναι κάργα αλληλοσυμπληρούμενες, είναι άκρως ενδιαφέρον: Προκαλείται αριστοτεχνικά συντονισμένα μια σύγχυση άνευ προηγουμένου, καλλιεργώντας τη συσπείρωση των εργαζομένων όχι μαζικά ενάντια στα μέτρα που τελικά αναπόφευκτα πρόκειται να τινάξουν την πρόνοια στον αέρα, αλλά σε δύο αντιμαχόμενους πόλους με στόχο τη διασφάλιση της συνέχισης της εργασιακής σχέσης του καθενός, την αποφυγή της επάρατης απόλυσης των «ημετέρων» και μέσα απ’ όλο αυτό τη σιωπηρή και φυσικά ένοχη αποδοχή της λάθρα επιβαλλόμενης, «άτακτης μετακόμισης» της πρόνοιας και από τα δύο μέρη. Πρόκειται, άραγε, για μια μετακόμιση για πλάκα ή για σοβαρό σκοπό (που έλεγε κ η βάρδος των παιδικών μας χρόνων..);

Ακούστε, λοιπόν, φίλοι, ποια θεωρώ πως είναι η πρόκληση την οποία πρωτίστως αντιμετωπίζουμε κ θα πρέπει σταδιακά κ μεθοδικά να αναγνωρίσουμε όλοι, υγιείς & εργατικοί, στο βαθμό που συμφωνήσουμε κ θελήσουμε να αγωνιστούμε για αυτή:

Η κατοχύρωση της συνέχειας και της βιωσιμότητας καθεαυτού του μεταφερόμενου αντικειμένου. Δεν είναι ότι η απαίτηση της συνέχισης της υλοποίησης των πεδίων επιβάλλει την παρουσία έμπειρων στελεχών κ αυτό διασφαλίζει από μόνο του τους «υγιείς» συναδέλφους. Ούτε φυσικά ότι η κερκίδα εντός έδρας θα είναι τόσο δυνατή που δε θα επιτρέψει στον διαιτητή να βγάλει κόκκινη στους γηπεδούχους «εργατικούς». Η στόχευσή μας πρέπει να είναι διαφορετική. Η απάντησή μας στις απολύσεις θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη κ γενική. Η απάντησή μας στην πρόκληση της μεταφοράς της πρόνοιας οφείλει να είναι προσανατολισμένη σε αυτό ακριβώς που διακυβεύεται από αυτήν κ να μην υπόκειται στις μεθοδεύσεις των γερμανοτσολιάδων που θέλουν να θολώσουν τα νερά, προσπαθώντας να φοβίσουν κάθε έναν από μας μες στην προσωπική ανασφάλεια, μέσα στο γενικότερο κλίμα της κατάρρευσης. Σήμερα, ένας φίλος στο γραφείο, μου το μετέφερε με τον τρόπο του, αρκετά καθαρά: «Εγώ μαν προσπαθώ να σώσω το τομάρι μου κι ό,τι γίνει». Nice, isn’t it?

Φίλοι, οι αποφάσεις που έχουν παρθεί με τα συμφωνηθέντα μέτρα είναι συγκεκριμένες κ αφορούν όλους μας. Αφορούν εμάς κ τα παιδιά μας, αλλά αφορούν κ όλη μας την κοινωνία. Ας μην αφήσουμε τον φόβο που διαχέεται προς όλες τις κατευθύνσεις να ορίσει τη στάση μας μπρος στις προκλήσεις των εξελίξεων. Η ευθύνη μας είναι μεγάλη κ πρέπει κατ’ αρχάς να την αναγνωρίσουμε. Αυτή τη φορά είναι η σειρά μας. Διαχειριζόμαστε ένα κομμάτι της δημόσιας διοίκησης το οποίο καλείται να διασφαλίσει στοιχειώδεις παροχές στους πλέον ευάλωτους συμπολίτες μας. Δεν έχουμε το δικαίωμα να κρυφτούμε πίσω από τους προσωπικούς φόβους που μας προβάλλουν κυβερνητικοί κ τσιράκια. Δεν έχουμε να σεβαστούμε καμία προθεσμία, μνημονιακή ή άλλη, που να μας περιορίσει τη διεκδίκηση για τη συνέχιση, διατήρηση κ ενίσχυση των επιμέρους πεδίων που έχουμε στην αρμοδιότητά μας. Πρέπει να συνταχθούμε ο ένας δίπλα στον άλλο, μαζί με τους συναδέλφους του εργασίας κ να απαιτήσουμε το αυτονόητο: η κοινωνία μας έχει ανάγκη περισσότερο από ποτέ ένα κράτος πρόνοιας! Όσο μειώνονται οι πόροι, τόσο περισσότεροι άνθρωποι χάνουν το αυτονόητο, το βασικό, το στοιχειώδες, τόσο περισσότερο πρέπει να προνοεί η πολιτεία. Δε θα δεχτούμε να θυσιαστεί στο βωμό των εύκολων περικοπών. Δε θα δεχτούμε σε καμία περίπτωση να φοβηθούμε να διεκδικήσουμε ό,τι χρειάζεται για την περιφρούρηση της συνέχειας και την εξυγίανση της υλοποιούμενης προνοιακής πολιτικής: χρόνο, σχεδιασμό, αποτύπωση των προϋποθέσεων: άτομα, τμήματα, πόροι. Τότε να δεχτώ κ την κατάληψη ως μέσο για να κατοχυρώσουμε το αντικείμενο που είμαστε εκεί για να υπηρετούμε.

Στις επικείμενες απολύσεις, που ανάμεσά μας ή απέναντί μας θα προκύψουν προσεχώς, όπως κ να ‘χει, να απαντήσουμε κ πάλι όλοι μαζί, αφού αναζητήσουμε λύσεις.

Αν μας χωρίσουν τόσο εύκολα, δεν έχουμε ελπίδα για τίποτα απ’ όλα αυτά.

Advertisements