Δύο εικόνες, 880 λέξεις

Posted on November 28, 2011 by

2


Γράφει η caternso:

Ειδήσεις.  Ουγγαρία.

Όπου οι αυτοκτονίες αυξάνονται δραματικά. Γιατί το εθνικό τους νόμισμα υποτιμάται συνέχεια έναντι του ευρώ. Γιατί τα τελευταία 6 χρόνια οι τράπεζες άφησαν τον κόσμο να πιστέψει ότι θα μπορούσε να είχε μια στέγη πάνω από το κεφάλι του. Με το αζημίωτο. Και το αζημίωτο κυρίως είναι σε ελβετικό φράγκο ή σε ευρώ. Και τώρα, 6 χρόνια μετά, και 2 χρόνια αφού το ουγγρικό νόμισμα κατρακυλάει, οι περισσότεροι χρωστάνε την αξία του σπιτιού τους στο τριπλάσιο. Θα μπορούσε να ήταν στην Ελλάδα αυτό. Αλλά προς το παρόν συμβαίνει στην Ουγγαρία. Και οι Ούγγροι δεν έχουν να πληρώσουν. Και οι εξώσεις, όπως και οι κατασχέσεις, είναι μαζικές. Και μαζικά αυξάνονται οι άστεγοι. Και οι αυτόχειρες επίσης. Δεν έχει σημασία που οι τράπεζες που τους παίρνουν τα σπίτια δεν έχουν που να τα πουλήσουν. Και η χώρα, λέει θα αναγκαστεί τελικά να υποκύψει στο ΔΝΤ. Σάμπως πέρσι δεν ήταν που αποφάσισε να αντισταθεί ηρωικά και να αρνηθεί την παρέμβαση; Δεν έχει σημασία. Όχι γιατί οι Ούγγροι δεν θα τη γλιτώσουν, όπως και οι Έλληνες και τόσοι άλλοι, αυτό έχει και παραέχει σημασία. Αλλά επειδή το θέμα αυτού του κειμένου δεν είναι άλλη μια οικονομική ανάλυση.

Το θέμα είναι ότι στην τηλεόραση βλέπεις έναν άνθρωπο να ωρύεται. Έχει έρθει ο δικαστικός αντιπρόσωπος να τον πετάξει έξω από το σπίτι του. Όχι μόνος. Με τη συνοδεία της αστυνομίας. Κανείς δε μπορεί να προβλέψει πια τι μπορεί να κάνει ο απελπισμένος υποψήφιος άστεγος… ο δικαστικός αντιπρόσωπος χρειάζεται προστασία. Προς το παρόν κοιτάει αμήχανα χαμηλά και δε μιλάει.

Ο άνθρωπος που χάνει το σπίτι του συνεχίζει να ωρύεται «Έχεις 3 σεντς στην τσέπη σου και νομίζεις πως είσαι σπουδαίος που έρχεσαι να μου πάρεις το σπίτι». Καμία απάντηση. «Έχω άρρωστη γυναίκα, πώς πετάτε αρρώστους στο δρόμο;» Καμία απάντηση.

Οι μπάτσοι κοιτάνε αμήχανα. Ακίνητοι. Καμία σχέση με τον αυτάρεσκο τσαμπουκά που έχουμε συνηθίσει στα πάτρια εδάφη. Γιατί ίσως είναι η κάμερα μπροστά; Γιατί κι αυτοί έχουν 3 σεντς στην τσέπη τους κι ένα τεράστιο δάνειο να πνίγει το λαιμό τους και φοβούνται ότι ίσως αύριο κάποιος άλλος δικαστικός αντιπρόσωπος θα χτυπήσει τη δική τους πόρτα προστατευόμενος από άλλους μπάτσους; Που ίσως και να μην τους είναι άγνωστοι. Ίσως να είναι οι συνάδελφοι τους στη δουλειά αυτοί που θα προστατεύουν αυτόν που θα τους πετάξει στο δρόμο με τη σειρά τους.

Αλλαγή πλάνου. Ένα σκοτεινό δωμάτιο. Σχεδόν ασπρόμαυρο. Η άρρωστη γυναίκα του άντρα που ωρύεται μάλλον ντρέπεται να δείξει το πρόσωπο της. Έχει αναπνευστικά προβλήματα. Και δυσκολεύεται να περπατήσει. Και είναι κι αυτή ασπρόμαυρη.

Πρωί, 3ης Σεπτεμβρίου.

Μια πόρνη τρέχει στο πεζοδρόμιο. Από τις πολλές της περιοχής. Φοράει παπούτσια που την κάνουν να φτάνει σε δυσθεώρητα ύψη κι ένα φόρεμα εφαρμοστό, με όλα τα χρώματα του κόσμου. Πλουμιστό. Κι είναι και αφράτη. Αυτό που λες νταρντάνα. Τα χρώματα απλώνονται πάνω της και γεμίζουν το οπτικό πεδίο. Το πρόσωπο της είναι εξίσου κραυγαλέα βαμμένο. Σαν να σηκώθηκε με την ανησυχία πως κάποιο χρώμα μπορεί να μη χώρεσε στο φουστάνι, γι’αυτό και το έχει απλώσει στο μάτι, στα μάγουλα, στα χείλη.

Και τρέχει. Δεν προσέχεις αμέσως γιατί. Μάλλον είσαι βιαστικός να πας στη δουλειά.

Αλλά ακολουθείς το βλέμμα της και βλέπεις μια γιαγιά. Θα είναι και 100 χρονών. Σκυφτή, μια γερμένη σειρά από εύθραυστα κόκκαλα, προσπαθεί με κόπο να βγει από ένα ταξί. Ο ταρίφας έχει σταματήσει στη μέση του δρόμου (δεν κρατάει πολύ το φανάρι στην 3ης Σεπτεμβρίου, θα φοβάται μην το χάσει). Η γιαγιά προσπαθεί να βγει (δεν κρατάει πολύ το φανάρι στην 3ης Σεπτεμβρίου και κινδυνεύει να την πατήσει κανένας). Κι είναι και τα καγκελάκια, που να βρεις το πεζοδρόμιο;

Η πλουμιστή νταρντάνα φωνάζει «Γκιαγκιά, γκιαγκιά, περίμενε, θα σε βοηθήσω εγώ».

Και η γιαγιά είναι 100 χρονών. Από αυτές που θυμούνται ακόμα ότι τις νταρντάνες στην εποχή της τις φώναζαν «παστρικές». Ίσως αυτό να σκέφτεται και τώρα, μια παστρικιά, ανατολικής προελεύσεως, αμάν πια και με αυτές τις ανατολικές. Φοράει μαύρα και τσεμπέρι. Σαν γιαγιά από ταινία του Κακογιάννη του ΄50. Μπορεί κάπου να έχει και μια μικρή σύνταξη που την εξαργυρώνει σε φάρμακα και προσεχώς σε χαράτσια της ΔΕΗ. Μπορεί να φοβάται και μην της κόψουν το ρεύμα και να μείνει στο σκοτάδι. Σε αυτή την ηλικία είναι πιθανό να φοβάσαι το σκοτάδι όσο τα μικρά παιδιά.

Αλλά προς το παρόν στηρίζεται στο στιβαρό μπράτσο της πλουμιστής νταρντάνας. Που την κρατάει όπως θα κράταγε τη μάνα της. Αλλά τη βλέπει για πρώτη φορά. Κι εσύ δεν την είχες προσέξει καν.

Προχωράς, έχεις αργήσει κιόλας. Δεν προφταίνεις το βλέμμα τους καθώς θα χωρίζουνε. Κρίμα, θα είχε ενδιαφέρον…

Υπάρχει ελπίδα τελικά; Έτσι φαίνεται. Ενδέχεται να είναι εφαρμοστή, σαν τις ζωές που τεντώνονται και ζορίζονται να χωρέσουν στην πραγματικότητα. Και πλουμιστή, αν υποθέσουμε ότι η διαφορετικότητα μας χωρούσε σε ένα χρώμα. Μπορεί και να γνωρίζει πως είναι οι ισορροπίες με θανατηφόρα τακούνια σε πεζοδρόμια που είναι φτιαγμένα λες επίτηδες για να στραβοπατήσεις. Δίπλα σε άχρηστα κάγκελα κάθε μορφής που κάποιος τα βάφτισε «έργο καλυτέρευσης της ζωής στην πόλη».

Πάντως για να υπάρχει, αυτό σημαίνει πως μια Ελληνίδα γιαγιά, ένας Ούγγρος απελπισμένος που δε μπορεί να προστατεύσει τη γυναίκα του και μια Ρωσίδα (ίσως) που κάποτε ήταν ένα κοριτσάκι που πίστευε στα παραμύθια τελικά δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν. Και μπορούν πάντα να σε εκπλήσσουν. Με ένα όμορφο χρώμα. Όχι το ασπρόμαυρο του  αφώτιστου δωματίου. Και η ζωή συνεχίζεται…

Advertisements
Posted in: Γενικά