Route 66

Posted on November 25, 2011 by

1


Της caternso:

Στο μυαλό μου τριγυρνούν συχνά τελευταία τα «Σταφύλια της οργής». Αγαπημένο βιβλίο μακρινών παιδικών χρόνων και αναμνήσεων, τόσο μακρινών όσο  η Αμερική που περιγράφουν – ή έτσι νόμιζα. Αν όμως αυτά που ζούμε σήμερα δεν είναι τρανή απόδειξη, όχι βασισμένη σε μαθηματικούς τύπους αλλά σε κοινωνικούς, της σχετικότητας του χωροχρόνου, τι άλλο θα μπορούσε να είναι;

«Η αποτυχία αιωρείται πάνω από το Κράτος σαν μεγάλη λύπη.

Και στα μάτια των ανθρώπων αντανακλάται η αποτυχία.

Και στα μάτια των πεινασμένων φουντώνει ο θυμός.

Στις ψυχές των ανθρώπων τα σταφύλια της οργής γιομίζουν, γιομίζουν και βαραίνουν για τον τρύγο.»

Όταν ο Steinbeck έγραψε Τα Σταφύλια της Οργής, με θέμα τη μεγάλη εσωτερική μετανάστευση, τη μεγάλη ανεργία, τη μεγάλη απελπισία, ουσιαστικά τη Μεγάλη Κατάθλιψη που ακολούθησε το Κραχ, ίσως να μη φανταζόταν πόσο εύστοχο θα ήταν σήμερα να σχολιάσεις το έργο του με τη φράση ενός άλλου συγγραφέα, του  Φόκνερ όταν υποστήριξε ότι «Το παρελθόν δεν είναι νεκρό. Στην πραγματικότητα δεν είναι καν παρελθόν»

 Ας πούμε για μια στιγμή ότι δεν είναι ένα δείγμα ρεαλιστικής γραφής και περιγραφής μια εποχής, αλλά μια παραβολή:

Μια οικογένεια χάνει τα κτήματά της εξαιτίας των δανείων και των χαμένων στη Σκόνη καρπών της γης.

Και προσκολλάται στην Ελπίδα ότι κάπου υπάρχει η Γη της Επαγγελίας.

Και αρχίζει μια κάθοδο στην Κόλαση, μόνο που εδώ η Κόλαση είναι η «Δημοσιά 66»:.

Οι μετακινούμενοι, αναζητούντες άνθρωποι ήταν τώρα μετανάστες. Οικογένειες που είχαν ζήσει σε ένα μικρό κομμάτι γης, που είχαν ζήσει και πεθάνει στο κλήρο τους, είχαν φάει ή πεινάσει από την παραγωγή του, έτρεχαν δεξιά-αριστερά, ψάχνοντας για δουλειά·  και οι εθνικές οδοί ήταν ρυάκια ανθρώπων, και οι όχθες ήταν οι γραμμές των ανθρώπων.

Κι οι άνθρωποι ολοένα και στοιβάζονται, ολοένα και άλλοι εμφανίζονται συνεπέστατοι στο ραντεβού τους για τη Μεγάλη Κάθοδο.

Και πίσω από αυτούς έρχονταν περισσότεροι.

Κι όλοι αυτοί, παγιδευμένοι στη βρωμιά του δρόμου και στις φρούδες ελπίδες, έρχονται αντιμέτωποι με το ερώτημα: να συνεχίσουν ή να γυρίσουν πίσω; Η μόνη επιλογή των απελπισμένων όμως είναι να συνεχίσουν, δεν τους έχει απομείνει τίποτα πια.

Η μετακίνηση τους άλλαξε·  οι αυτοκινητόδρομοι, οι καταυλισμοί κατά μήκος του δρόμου, ο φόβος της πείνας και η ίδια η πείνα, τους άλλαξαν. Τα παιδιά χωρίς φαγητό τους άλλαξαν, η ατελείωτη μετακίνηση τους άλλαξε.

Το μόνο που τους μένει είναι να ενωθούν, να ενωθούν ενάντια στο μίσος. Στο γεγονός ότι στα μάτια των άλλων, αυτών που δεν αναγκάστηκαν ακόμα να γίνουν μετανάστες στην ίδια τους τη χώρα, όλοι αυτοί οι απελπισμένοι, είναι οι εχθροί, υποψήφιοι σφετεριστές των κεκτημένων τους.

Και η εχθρότητα τους άλλαξε, τους έφερε κοντά, τους ένωσε – εχθρότητα που έκανε τις μικρές πόλεις να συσπειρώνονται και να οπλίζονται σαν να πρόκειται να αποκρούσουν τον εισβολέα, ομάδες με αξίνες, υπάλληλοι και καταστηματάρχες με κυνηγετικά όπλα, φύλαγαν τον κόσμο εναντία στους δικούς τους ανθρώπους.

Οι κατέχοντες ιδιοκτησία ήταν τρομοκρατημένοι για την ιδιοκτησία τους. Άνθρωποι που ποτέ δεν είχαν πεινάσει είδαν τα μάτια των πεινασμένων. Άνθρωποι που ποτέ δεν τους έλειψε κάτι πολύ είδαν την αναλαμπή της στέρησης στα μάτια των μεταναστών.

 Και οι άντρες των πόλεων συγκεντρώθηκαν για να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους· και διαβεβαίωσαν τους εαυτούς τους ότι ήταν οι καλοί και οι εισβολείς κακοί. Είπαν, θα κλέψουν τα πάντα. Δεν έχουν καμία αίσθηση των δικαιωμάτων  ιδιοκτησίας.

 Και το τελευταίο ήταν αλήθεια, γιατί πώς μπορεί ένας άνθρωπος χωρίς ιδιοκτησία να ξέρει τον πόνο της ιδιοκτησίας;

Και κάποτε έφτασαν στη Γη της Επαγγελίας. Με την ίδια απελπισία στα μάτια και την ίδια πεινασμένη κοιλιά, η άφιξη τους δεν είναι τίποτα παραπάνω από τη συνάντηση με νέα φτώχια, εξαθλίωση, εκμετάλλευση και καταστολή.

Οι ντόπιοι μπήκαν γρήγορα στο καλούπι της σκληρότητας. Και οπλίστηκαν.

Και οι άνδρες που ήταν οπλισμένοι δεν κατείχαν τη γη, αλλά νόμιζαν ότι την κατείχαν.

Και οι υπάλληλοι που έκαναν περιπολίες δεν κατείχαν τίποτα, και οι μικροί καταστηματάρχες κατείχαν μόνο ένα συρτάρι γεμάτο χρέη. Αλλά ακόμη και ένα χρέος είναι κάτι, ακόμα και μια θέση εργασίας είναι κάτι.

Η προσφορά είναι μεγάλη και η ζήτηση μικρή, χιλιάδες πεινασμένοι ανταγωνίζονται για ένα κομμάτι ψωμί. Η υπερπροσφορά του εργατικού δυναμικού, τα κερδοσκοπικά παιχνίδια των μεγαλοϊδιοκτητών και των εταιρειών, οι νέες μέθοδοι που εφευρίσκουν για να αυξάνουν συνέχεια το κέρδος τους χωρίς να λογίζουν τις συνέπειες στις ανθρώπινες ζωές, γίνονται η νέα εφιαλτική τους πραγματικότητα. Η καχυποψία, η εχθρότητα, η αναδουλειά, η ανάλγητη συμπεριφορά των εργοδοτών, γίνονται η καθημερινότητα τους. Η ύφεση, η καπιταλιστική απληστία κάνει όλο και περισσότερους να νιώθουν κυνηγημένοι μετανάστες. Η εκμετάλλευση και η ξενοφοβία μπαίνουν στο πετσί τους, όχι σαν λέξεις (κάποτε και οι λέξεις καταλήγουν πολυτέλεια) αλλά σαν βιτσιά που γδέρνει τις ζωές τους.

 Η πείνα τους, ήταν στα μάτια τους, και η ανάγκη τους ήταν στα μάτια τους.

 Δεν είχαν κανένα επιχείρημα, κανένα σύστημα, παρά μόνο τον αριθμό τους και τις ανάγκες τους.

 Όταν υπήρχε δουλειά για έναν άνθρωπο, δέκα άνδρες πολεμούσαν γι αυτήν – πολεμούσαν με το χαμηλό μεροκάματο. Αν αυτός ο τύπος δουλεύει για τριάντα σεντς, θα δουλέψω για είκοσι πέντε. Αν θα πάρει είκοσι πέντε, θα το κάνω για είκοσι. Όχι, εγώ, είμαι πεινασμένος. Δουλεύω για δεκαπέντε. Δουλεύω για φαγητό. Τα παιδιά. Θάπρεπε να τα δείτε. Όλο βγάζουν σπυριά, και δεν μπορούν να τρέξουν.

 Και αυτό ήταν καλό, γιατί οι μισθοί μειώνονταν και οι τιμές έμεναν ψηλά. Οι μεγαλοϊδιοκτήτες ήταν ευτυχείς και έστελναν περισσότερα φεϊγβολάν για να φέρουν περισσότερους ανθρώπους και οι μισθοί μειώνονταν και οι τιμές παρέμεναν πάνω.

 Και πολύ σύντομα τώρα θα έχουμε και πάλι δουλοπάροικους.

 Και τώρα οι μεγαλοϊδιοκτήτες και οι εταιρείες εφεύραν μια νέα μέθοδο. Ένας μεγαλοϊδιοκτήτης αγόραζε ένα κονσερβοποιείο. Και όταν τα ροδάκινα και τα αχλάδια ήταν ώριμα έκοβε την τιμή των φρούτων κάτω από το κόστος παραγωγής τους. Και ως ιδιοκτήτης κονσερβοποιείου πλήρωνε ο ίδιος μια χαμηλή τιμή για τα φρούτα και διατηρούσε την τιμή των κονσερβοποιημένων προϊόντων ψηλά και έπαιρνε το κέρδος του. Και οι μικροί αγρότες οι οποίοι δεν είχαν κονσερβοποιία έχαναν τα χωράφια τους, και τους τα έπαιρναν οι μεγαλοϊδιοκτήτες, οι τράπεζες και οι εταιρείες οι οποίες, επίσης, είχαν τις κονσερβοποιίες. Καθώς περνούσε ο καιρός, υπήρχαν λιγότερες φάρμες. Οι μικροί αγρότες μετακόμιζαν στην πόλη για λίγο και εξαντλούσαν το βερεσέ τους, εξαντλούσαν τους φίλους τους, τους συγγενείς τους. Κι ύστερα κι αυτοί πήγαιναν στις εθνικές οδούς. Και οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με άνδρες λιμασμένους για δουλειά, δολοφονικούς για δουλειά.

 Και οι εταιρείες, οι τράπεζες εργάζονταν για την δική τους καταδίκη και δεν το ήξεραν.

Τα χωράφια ήταν γεμάτα φρούτα, και άνθρωποι που πέθαιναν από την πείνα κινούνταν στους δρόμους. Οι σιταποθήκες ήταν γεμάτες και τα παιδιά των φτωχών μεγάλωναν ραχιτικά.

Οι μεγάλες εταιρείες δεν γνώριζαν ότι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της πείνας και της οργής είναι μια λεπτή γραμμή.

Και χρήματα που θα μπορούσαν να έχουν πάει σε μεροκάματα πήγαιναν για βενζίνη, για όπλα, για πράκτορες και κατασκόπους, για μαύρες λίστες, για περιπολίες.

Στις εθνικές οδούς οι άνθρωποι κινούνταν σαν τα μυρμήγκια και έψαχναν για δουλειά, για φαΐ. Και η οργή άρχισε να αναβράζει.

Τελικά όμως, κάποιοι κάνουν το πρώτο βήμα από το «εγώ» στο «εμείς». Κι αυτό είναι πάντα η απαρχή για κάτι πολύ σπουδαίο.

Και μες στη νύχτα μια οικογένεια κατασκηνώνει σε μια λακκούβα, κι έρχεται ακόμα μια οικογένεια και στήνουν τα τσαντίρια τους. Οι δυο άντρες ανακαθίζουν πάνω στα μεριά τους και οι γυναίκες αφουγκράζονται μαζί με τα παιδιά. Εδώ βρίσκεται ο κόμπος -όλοι εσείς που εχθρεύεστε τις μεταβολές και φοβόσαστε την επανάσταση. Θέλετε να χωρίσετε αυτούς τους δυο ανακαθισμένους άντρες· να τους κάνετε να μισούν, να φοβούνται, να υποψιάζονται ο ένας τον άλλο. Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας εκείνου που φοβόσαστε. Αυτός είναι ο άξονας. Γιατί εδώ, το «έχασα τη γης μου» παθαίνει μια μεταβολή· ένα κύτταρο χωρίζεται, κι από το κύτταρο αυτό ξεφυτρώνει εκείνο που φοβόσαστε: «Χάσαμε τη γης μας». Εδώ βρίσκεται ο κίνδυνος, γιατί δυο άνθρωποι μαζί δεν είναι πια τόσο μονάχοι και τόσο σκοτισμένοι όσο ο ένας άνθρωπος. 

Και τελικά…

«Δεν έχουμε τη δική μας ψυχή. Έχουμε ένα μέρος από μια μεγάλη ψυχή. Μια μεγάλη ψυχή που ανήκει σε όλους…»

 «Θα βρίσκομαι παντού μέσα στο σκοτάδι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου δίνουν μάχη για να φάνε οι πεινασμένοι. Θα βρίσκομαι εκεί όπου ο μπάτσος δέρνει τον ανήμπορο. Θα βρίσκομαι εκεί όπου οι άνθρωποι φωνάζουν επειδή είναι έξαλλοι και δεν αντέχουν άλλο.

 Αλλά θα βρίσκομαι και εκεί όπου τα παιδιά γελούν επειδή πεινούν μα ξέρουν ότι το δείπνο τα περιμένει. Και θα βρίσκομαι εκεί όταν οι άνθρωποι θα τρώνε τους δικούς τους καρπούς και θα ζουν στα σπίτια που οι ίδιοι έφτιαξαν.

 Θα βρίσκομαι εκεί…»

 Και τελικά…

Αν όλο αυτό είναι μια παραβολή…

Όλοι θα διασχίσουμε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο την περιβόητη  Route 66 (ο παραπλανητικό τίτλος με τον οποίο η εταιρεία παραγωγής αναγκάστηκε να γυρίσει την ταινία που βασίζεται στο βιβλίο, μιας και οι τράπεζες θεωρούσαν το μυθιστόρημα επικίνδυνα ανατρεπτικό και επιθυμούσαν την ολοκληρωτική απαγόρευσή του).

Όλοι θα νιώσουμε «Μια τέτοια πίκρα που είναι ανίκανα τα δάκρυα να τη συμβολίσουν. Όλες μας τις επιτυχίες να καταρρέουν μπροστά σ’ αυτή μας την αποτυχία».

 Κι όλοι μας θα κληθούμε να πάρουμε θέση. Για το μέλλον που δεν είναι ακόμα εδώ και το παρελθόν που δεν είναι καν παρελθόν.

Advertisements
Posted in: Γενικά