Ωριμάσαμε. Οι συνθήκες.

Posted on November 2, 2011 by

0


(η εικόνα είναι δανεισμένη από το Street Poems)  


Γράφει ο Ριρίκος Μαλατέστας

Μόνιμη επωδός των συνδικαλιστικών ηγεσιών στη συνεχή πίεση της βάσης των εργαζομένων για πιο μαχητικές και διαρκείς κινητοποιήσεις είναι η εξής: «Δεν είναι ώριμες οι συνθήκες για κάτι τέτοιο». Αυτό ισχύει τόσο για τις τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις (ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ), όσο και για τις ηγεσίες των γραφειοκρατικών πρωτοβάθμιων σωματείων του δημόσιου (κυρίως) τομέα. Δικαιολογούν δε την άρνησή τους να κλιμακώσουν τις εργατικές κινητοποιήσεις και να έρθουν σε πραγματική σύγκρουση με το οικονομικό – πολιτικό σύστημα με τη μόνιμη επίκληση της μη συμμετοχής των εργαζομένων, της συντηρητικοποίησης της κοινωνίας, της σύγκρουσης των συμφερόντων των κοινωνικών ομάδων (βλ. κοινωνικός αυτοματισμός), του ατελέσφορου του γενικού ξεσηκωμού στην παρούσα φάση. Δεν είναι έτοιμοι λένε οι εργαζόμενοι για κάτι τέτοιο. Δεν έχουμε κατακτήσει το επίπεδο συνειδητοποίησης, ώστε να κατέβουμε όλοι μαζί στους δρόμους με κοινά αιτήματα. Η αλληλεγγύη των άλλων κοινωνικών ομάδων είναι ανύπαρκτη και είμαστε μόνοι μας σε αυτό τον αγώνα. Άρα, δεν είναι ακόμα ώρα για μια ανοιχτή σύγκρουση. Ίσως πρέπει να φερθούμε έξυπνα. Ίσως πρέπει να δεχτούμε τα ξεροκόμματα που μας πετάνε. Ίσως δεν πρέπει να οδηγούμε και εμείς τα πράγματα στα άκρα. Ίσως πρέπει να είμαστε καλά παιδιά, για να μη θυμώσει ο υπουργός/πρόεδρος/προϊστάμενος και να μας ανταμείψει για τη σύνεσή μας. Στο κάτω-κάτω, όλοι Έλληνες είμαστε… δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτα.

Μήπως δεν είμαστε ακόμα έτοιμοι για μια τέτοια σύγκρουση;

Μια (όχι και τόσο) σύντομη αναδρομή στα τελευταία πέντε χρόνια δείχνει ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες είτε δεν αντιλαμβάνονται τη δυναμική που έχει αναπτυχθεί στην κοινωνία είτε κάνουν ό,τι μπορούν για να την καταστείλουν. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια συνεχής ανοδική πορεία του εργατικού/επαγγελματικού/φοιτητικού/μαθητικού κινήματος αντίστασης στο νεοφιλελευθερισμό που, ξεκινώντας από αποσπασματικά ή επί μέρους αιτήματα, έχει φτάσει να εκφράζει καθολικά αιτήματα μιας ολόκληρης κοινωνίας. Να εκφέρει λόγο και να κινείται σε πρακτικές που αποσκοπούν στην επαναθεμελίωση της ισότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και του δικαιώματος στην εργασία και την αξιοπρεπή διαβίωση. Να μιλάει δηλαδή για ό,τι αποτελεί τον χειρότερο εφιάλτη του κεφαλαίου και των διορισμένων κυνβερνήσεων. Έχει καταφέρει (κι αν όχι το σύνολό του σίγουρα ένα πολύ πλατύ κομμάτι του) μέσα στα τελευταία χρόνια να κατακτήσει  έννοιες άγνωστες κατά την προηγούμενη δεκαετία και χαμένες στα βάθη του μεταπολιτευτικού παρελθόντος, έννοιες όπως αλληλεγγύη, καθολικός αγώνας, άμεση δημοκρατία, αυτο-οργάνωση, συνδικαλισμός από τα κάτω και ανοιχτή σύγκρουση με το οικονομικό/πολιτικό κατεστημένο.

Στο μυαλό μου, το όποιο κίνημα (εργατικό/αντίστασης στην κυρίαρχη πολιτική/αμφισβήτησης – ας το ονομάσει ο καθένας όπως θέλει) έχει αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια κινείται σε μία ευθεία γραμμή. Η γραμμή αυτή συνδέει γεγονότα,  επιθέσεις της κεντρικής εξουσίας σε δικαιώματα και προσπάθειες υπεράσπισής τους, μέσα από μια γραμμική σχεδόν αφήγηση που κρατάει μερικά χρόνια.

Θεωρώ ότι συνδέονται άρρηκτα όλες οι κρίσιμες και ιστορικές στιγμές των τελευταίων 5 τουλάχιστον χρόνων.

Δε θα περάσει ο νόμος – πλαίσιο.

Τοποθετώ την έναρξη αυτής της ανοδικής πορείας στις φοιτητικές κινητοποιήσεις του 2006 – 2007 για την ανατροπή του νομοσχεδίου – σκούπα για την παιδεία που είχε φέρει προς ψήφιση η τότε υπουργός Μαριέττα Γιαννάκου – Κουτσίκου, αλλά και για την προωθούμενη τότε αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Η τοποθέτησή μου αυτή ίσως είναι αυθαίρετη για κάποιους, ίσως δε συνδέονται καθόλου τα γεγονότα του 2007 με τα σημερινά, ή ίσως οι απαρχές του κινήματος εντοπίζονται πολύ πιο παλιά. Εγώ επιλέγω για πολλούς λόγους να θεωρώ αρχή εκείνες τις κινητοποιήσεις, παρότι τότε δεν ήμουν πια φοιτητής.

Το φοιτητικό κίνημα τότε επανεμφανίστηκε, μετά από απουσία και σιγή αρκετών χρόνων και «κατήγαγε θριαμβευτική νίκη». Σχεδόν όλες οι πανεπιστημιακές σχολές κατελήφθησαν, κάθε εβδομάδα υπήρχε ένα τουλάχιστον ογκώδες πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο, η καταστολή και η βία από την αστυνομία ήταν πρωτοφανείς, αλλά το φοιτητικό κίνημα νίκησε γιατί έδειξε μια πρωτόγνωρη συσπείρωση και μαχητικότητα, αλλά και γιατί το περιέβαλε μεγάλο μέρος της κοινωνίας που στάθηκε αλληλέγγυο στον αγώνα των φοιτητών.[1] Αποτέλεσμα ήταν το μπλοκάρισμα της προσπάθειας αναθεώρησης του άρθρου 16 του Συντάγματος, που άνοιγε το δρόμο για την ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

Αγώνας για το Ασφαλιστικό

Δεύτερος σταθμός ήταν οι εργατικές κινητοποιήσεις του 2008 για το ασφαλιστικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Χιλιάδες κόσμου συμμετείχαν σε μερικές πρωτοφανείς για τα δεδομένα μιας «πεσμένης» πενταετίας διαδηλώσεις. [2] Τότε, ήταν η μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου που ζητούσε δημοψήφισμα και που ο δικομματισμός το απέφευγε, όπως ο Μητσοτάκης τις ασημένιες σφήνες.

Στις τράπεζες λεφτά – στη νεολαία σφαίρες

Τρίτη κρίσιμη ιστορική στάση ήταν ο Δεκέμβρης του 2008. Η δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου πυροδότησε μία σειρά πρωτόγνωρων αντιδράσεων σε όλη τη χώρα, καθώς και κινήσεις αλληλεγγύης σε πολλές χώρες στους αγωνιζόμενους Έλληνες. Η κυρίαρχη προπαγάνδα επιλέγει να εστιάζει στα καψίματα και τη βία των πρώτων ωρών και χαρακτηρίζει τα νέα “Δεκεμβριανά” είτε ως ξέσπασμα μιας καταπιεσμένης νεολαίας με … οικογενειακά προβλήματα, είτε ως ένα ντελίριο βίας μερικών μπάχαλων του αντιεξουσιαστικού χώρου. Όμως, πέρα από τις εύλογες και αναπόφευκτες συγκρούσεις με τις δυνάμεις καταστολής και τις καταστροφές δημόσιων κτηρίων των πρώτων ημερών, ο Δεκέμβρης άφησε μια τεράστια κληρονομιά, την οποία συνειδητά ή υποσυνείδητα ενσωμάτωσε το κίνημα τα επόμενα χρόνια. Από την πρώτη στιγμή κατελήφθησαν πολλά δημόσια κτήρια (δημαρχεία, πανεπιστήμια, Κ.Ε.Π., η Εθνική Λυρική Σκηνή) στα οποία άρχισαν να γίνονται αμεσοδημοκρατικές γενικές συνελεύσεις με συμμετοχή χιλιάδων ανθρώπων. Κατελήφθη για μερικές μέρες το κτήριο της ΓΣΕΕ, κάτι που αποτέλεσε τρανή απόδειξη ότι το κίνημα του Δεκέμβρη ήταν εργατικό, ταξικό και ήξερε να θέτει ξεκάθαρα τους στόχους του.

Ο Δεκέμβρης ακόμα ήταν μια θρυαλλίδα εξάπλωσης των αυτοδιαχειριζόμενων χώρων και των ανεξάρτητων και αυτο-οργανωμένων πρωτοβάθμιων σωματείων. Ο αριθμός αυτών των σωματείων στους χώρους δουλειάς υπερδιπλασιάστηκε μέσα στους επόμενους μήνες. Το ίδιο κίνημα πάλι κατάφερε μέσα σε λίγες μέρες να μετουσιώσει το θρήνο και την οργή, σε ριζοσπαστική πολιτικοποίηση μεγάλου μέρους της νεολαίας, σε κινητοποιήσεις που αφορούσαν την καταστροφή της πόλης (βλ. Πάρκο Ναυαρίνου, Πάρκο Κύπρου και Πατησίων), αλλά και σε κινήσεις αλληλεγγύης σε εργαζομένους, με πιο χαρακτηριστική αυτή για την Κωνσταντίνα Κούνεβα.[3]

Και ύστερα ήρθε η τρόικα…

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, λίγες μέρες μετά τις εκλογές με τις οποίες πήρε την εξουσία, έκανε μία μεγαλειώδη στροφή 180° και από τη σοσιαλδημοκρατική/φιλεργατική ρητορική της, το γύρισε ανερυθρίαστα σε all the way νεοφιλελευθερισμό. Από το «τα λεφτά υπάρχουν» στο «δεν υπάρχει σάλιο». (Η συνήθης αυτή πρακτική πολλών κομμάτων εξουσίας αναφέρεται στη διεθνή πολιτική ορολογία ως zombie politics[4]). Είναι πλέον πασιφανές ότι τα περί δεν ξέραμε/παραλάβαμε χάος ήταν ψέματα και ότι το σχέδιο για προσφυγή στο μηχανισμό ΔΝΤ-Ε.Ε.-Ε.Κ.Τ. ήταν κανονισμένο σχεδόν μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια από νωρίς. Από πολύ νωρίς…[5]

Από την πρώτη μέρα που υπογράφηκε η δανειακή σύμβαση και το πρώτο Μνημόνιο, ο λαός άρχισε να οργανώνεται και να αντιστέκεται σε όλα όσα σχεδιάζονταν ερήμην του. Οι πολιτικοί και των δύο κομμάτων κλείστηκαν στα σπίτια τους ή αναγκάζονταν να κυκλοφορούν μεταμφιεσμένοι για να αποφύγουν την οργή ενός κόσμου που έβλεπε να ισοπεδώνονται και τα τελευταία απομεινάρια αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής δικαιοσύνης. Την 1η Μαΐου οι διαδηλώσεις συγκεντρώνουν χιλιάδες κόσμου σε όλη την Ελλάδα. Αγνοούνται από τα ΜΜΕ και προσπαθούν να διασπαστούν από τα μεγάλα «εργατικά» συνδικάτα[6]. Στις 4 και στις 5 Μαΐου 2010 τα συλλαλητήρια που οργανώθηκαν σε όλη την Ελλάδα ήταν τα μεγαλύτερα μετά τις πρώτες πορείες της Μεταπολίτευσης. 200 χιλιάδες κόσμου στην Αθήνα, 30 χιλιάδες στη Θεσσαλονίκη και αρκετές ακόμα χιλιάδες σε όλη την υπόλοιπη χώρα κατέβηκαν στο δρόμο για να διαμαρτυρηθούν. Αυτό το ποτάμι δε μπορούσε να σταματηθεί με ορθόδοξους τρόπους. Ο τραγικός θάνατος 3 ανθρώπων στη Μαρφίν έδωσε στα ΜΜΕ την ευκαιρία να αγνοήσουν το γιγάντιο αυτό συλλαλητήριο και να μειοδοτήσουν σε πένθος και κατηγορίες κατά των διαδηλωτών. Οι χιλιάδες άνθρωποι που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα πάγωσαν στο άκουσμα της είδησης του θανάτου των τριών συνανθρώπων μας. Η θλίψη και η απογοήτευση ήταν ανείπωτη. Ενώ όμως πολλοί πίστευαν και κάποιοι ευελπιστούσαν ότι αυτό θα ήταν το τελειωτικό χτύπημα για το κίνημα κατά του μνημονίου, η επόμενη μέρα απέδειξε ότι τα πράγματα δε θα είναι ποτέ πια τόσο εύκολα για την κυβέρνηση και τους δανειστές. Στις 6 Μαΐου 2010, στην περικύκλωση της Βουλής, που είχε καλεστεί μέρες πριν, συμμετείχαν – παρά τον πόνο και το πένθος τους- πάνω από 20.000 άνθρωποι. Όλοι ήξεραν γιατί είναι εκεί. Γιατί η προπαγάνδα του καθεστώτος δεν τους φοβίζει πια[7].

Οι πλατείες του ξεσηκωμού

Οι πορείες, οι απεργίες και οι διαδηλώσεις δε σταμάτησαν ποτέ. Ο λαός συνέχισε να αντιδρά σε όλες τις συνέπειες της εφαρμοζόμενης πολιτικής, άλλοτε μαζικά και άλλοτε όχι. Όμως, ένα χρόνο μετά, το Μάιο του 2011, μια διαδικτυακή πρωτοβουλία που αρχικά σνόμπαραν πολλοί, κατάφερε να συγκεντρώσει ξανά χιλιάδες κόσμου μπροστά στη Βουλή. Η έμπνευση ήταν οι λαϊκοί ξεσηκωμοί σε Τυνησία και Αίγυπτο, οι μαζικές διαμαρτυρίες στην Ισπανία και ένα βιβλίο, αυτό του υπερήλικα Γάλλου αντιστασιακού Στεφάν Εσέλ με τίτλο «Αγανακτήστε!»[8]. Οι «αγανακτισμένοι» αρχικά λοιδορηθήκαν ως γηπεδικοί απολίτικοι χαβαλέδες, όμως σχεδόν από την πρώτη μέρα οργάνωσαν στην πλατεία Συντάγματος ομάδες εργασίας, ραδιοφωνικό σταθμό, σάιτ[9], κείμενα με σαφέστατο πολιτικό χαρακτήρα και αιτήματα, και μια καθημερινή πολυπρόσωπη γενική συνέλευση. Τα ΜΜΕ και το πολιτικό κατεστημένο προσπάθησαν να προσεταιριστούν αυτό το «πολύχρωμο ειρηνικό πλήθος» και να το χρησιμοποιήσουν ως μαξιλάρι του συστήματος, αντιπαραβάλλοντας τους αγανακτισμένους με τους “βίαιους” διαδηλωτές των απεργιών και των διαδηλώσεων. Θα απογοητεύονταν οικτρά. Ο κόσμος που μαζευόταν κάθε απόγευμα για πάνω από ενάμιση μήνα  απέδειξε ότι ήταν (στο μεγαλύτερο ποσοστό) οι ίδιοι άνθρωποι που απεργούν, κλείνουν δρόμους, ταλαιπωρούν τους συμπολίτες τους – όπως τους αρέσει να λένε στα κανάλια- και συγκρούονται με τα ΜΑΤ αν χρειαστεί. Όταν η κυβέρνηση άρχισε να συνειδητοποιεί ότι δε θα ξεμπερδέψει έτσι εύκολα με αυτούς που θεωρούσε ακίνδυνους και εν δυνάμει συνομιλητές της, εξαπέλυσε τα παπαγαλάκια της. Τα ΜΜΕ άρχισαν να τους κατηγορούν για καταστροφές, επιβάρυνση της Δημόσιας Υγείας, παρακώλυση συγκοινωνιών, αντιαισθητικές εικόνες και πλήγματα στον τουρισμό (συκοφάντηση διαδηλωτών, χωρίς μια πρέζα από πλήγμα στον τουρισμό είναι σαν χωριάτικη χωρίς φέτα). Όταν είδαν ότι αυτές οι πρακτικές τους έχουν γίνει πια αντιληπτές από όλους και ότι ο κόσμος δε χαμπαριάζει και πολύ από τέτοια, επιστράτευσαν τα μεγάλα μέσα.

Κατά τη διάρκεια της 48ωρης απεργίας 28 και 29 Ιουνίου (κατά την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου μνημονίου), και ενώ οι συγκεντρωθέντες υπολογίζονται γύρω στις 100.000 κάθε μέρα, η κυβέρνηση εξαπέλυσε τα πιστά ένστολα μαντρόσκυλά της. Η καταστολή, το ξύλο, τα βασανιστήρια και οι άδικες συλλήψεις χτύπησαν κόκκινο από τη στιγμή που δόθηκε το ελεύθερο στις διμοιρίες των ΜΑΤ και στις ομάδες ΔΙΑΣ, Ζ και ΔΕΛΤΑ να συμπεριφερθούν σαν συμμορίες χρυσαυγιτών. Το κέντρο της Αθήνας έγινε θάλαμος αερίων από τα χημικά που χρησιμοποίησαν κατά χιλιάδες πάνω στους διαδηλωτές[10].

Το ποτάμι πίσω δε γυρνά

Ούτε αυτή η κτηνώδης επίθεση όμως ήταν ικανή να ανακόψει το ποτάμι των διαμαρτυρόμενων που ολοένα μεγάλωνε. Οι συζητήσεις για το Πολυνομοσχέδιο[11] που άλλαζε τα πάντα στους μισθούς και τις συντάξεις δημόσιων και ιδιωτικών υπαλλήλων και έστελνε στην «εργασιακή εφεδρεία» (ένας εύσχημος τρόπος να μετονομαστούν οι απολύσεις στη Δημόσια Διοίκηση) προκάλεσαν σειρά πολύμορφων κινητοποιήσεων αρχικά στο Δημόσιο[12] και μετά στον ιδιωτικό τομέα. Στις 5 Οκτωβρίου η πορεία της ΑΔΕΔΥ συγκέντρωσε 20.000 δημόσιους υπαλλήλους. Ήταν η πιο μαζική πορεία Δ.Υ. που είχε γίνει στη μεταπολίτευση. Οι κινητοποιήσεις κορυφώθηκαν με τη διήμερη Γενική Απεργία 19+20 Οκτωβρίου. Ο κόσμος που συγκεντρώθηκε αυτές τις δύο μέρες σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας υπολογίζεται σε πολύ πάνω από μισό εκατομμύριο, σύμφωνα με συντηρητικές εκτιμήσεις[13]. Οι συγκρούσεις ανάμεσα σε αναρχικούς και Παμίτες απογοήτευσαν το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου που προσδοκούσε ότι εκείνη τη μέρα η κυβέρνηση θα έπεφτε από την πίεση της μεγαλύτερης συγκέντρωσης της τελευταίας 30ετίας. Όταν μαθεύτηκε ότι υπάρχει ένας διαδηλωτής νεκρός (πιθανότατα από τα χημικά), πολλοί σκέφτηκαν ότι επαναλαμβάνεται η ιστορία της 5ης Μαΐου και ότι ο κόσμος θα ξαναγυρίσει στο σπίτι και τον καναπέ του.[14]

Αμ δε… Δεν πέρασε ούτε μια βδομάδα και το μήνυμα ξανάρθε πιο ηχηρό από ποτέ στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου[15]. «Μας καταστρέφετε τις ζωές – Δε θα σας αφήσουμε σε χλωρό κλαρί». Σε όλη την Ελλάδα, οι πολιτικοί της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας, γιουχαϊστηκαν και αναγκάστηκαν να φύγουν με σκυμμένα κεφάλια. Πολλές παρελάσεις ματαιώθηκαν και όσες έγιναν, πραγματοποιήθηκαν χωρίς την παρουσία της πολιτικής ηγεσίας. Ήταν το πιο πρόσφατο καμπανάκι για μια κυβέρνηση που παραπαίει, μια αξιωματική αντιπολίτευση που είναι συνυπεύθυνη για αυτή την κρίση και ένα πολιτικό σύστημα που καταρρέει. Ήταν το τελευταίο καμπανάκι που χτύπησε ο εξοργισμένος λαός. Δε θα σταματήσουμε!

Ακούτε συνδικάλες μου τι λεν’ τα καμπανάκια;

Τα αυτιά των κυβερνώντων βουίζουν ακόμα από τα πολλά καμπανάκια των τελευταίων μηνών. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές η πανικόβλητη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είναι έτοιμη να πέσει υπό το βάρος της λαϊκής οργής. Από πίσω έρχεται ασθμαίνοντας μια επίσης πανικόβλητη δεξιά παράταξη (με τα ακροδεξιά δεκανίκια της) έτοιμη, αλλά απρόθυμη να πάρει την εξουσία. Ξέρει πως  δεν έχει άλλη επιλογή παρά να εφαρμόσει την ίδια πολιτική, καθώς αυτό επιβάλλει το πρόγραμμα και τα αφεντικά της. Και ξέρει ότι και αυτή θα βρει απέναντι της το σύνολο των πολιτών.  Την ίδια στιγμή, μια χιλιοδιασπασμένη και κατώτερη των ιστορικών στιγμών αριστερά αναλώνεται σε ανακοινώσεις και συστημικές παρελάσεις.

Και οι συνδικαλιστές;

Η μεγάλη πλειοψηφία των συνδικαλιστικών οργανώσεων (κάθε βαθμού) αποδεικνύονται πολύ λίγοι για να διαχειριστούν τη συσσωρευμένη οργή τόσων χρόνων. Πρόσφατα παραδείγματα[16] έδειξαν ότι η βάση των εργαζομένων έχει πια ξεπεράσει τις κατασταλαγμένες κατασταλτικές και παρελκυστικές πρακτικές των συνδικαλιστικών ηγεσιών και έχει αρχίσει να τραβάει το δικό της δρόμο, αυτόν της κλιμάκωσης, της διάρκειας του αγώνα και της συσπείρωσης με άλλους εργαζομένους του ίδιου ή άλλων κλάδων. Η αγωνιστική κληρονομιά των τελευταίων χρόνων (με όλες τις αντιφάσεις και τα πισωγυρίσματα) δεν αφορά πια κάποιες «επαναστατικές»  πρωτοπορίες, αλλά έχει αρχίσει να γίνεται συνειδητή στις πλατιές μάζες της εργατικής τάξης. Πλέον οι εργαζόμενοι δεν πτοούνται από την προπαγάνδα της τηλεόρασης και των καθεστωτικών δικτύων. Δε φοβούνται από τους ωμούς κυβερνητικούς εκβιασμούς[17] και τις προβοκάτσιες ενός φοβισμένου συστήματος. Δείχνουν την αλληλεγγύη τους σε άλλες εργασιακές ομάδες και οργανώνουν κοινές δράσεις[18]. Επιλέγουν να μείνουν στους δρόμους και στους κατειλημμένους χώρους δουλειάς, παρά να γυρίσουν με σκυμμένο κεφάλι στην καθημερινότητά τους. Η διήμερη γενική απεργία 19 και 20 Οκτώβρη ήταν ακριβώς αυτό: το αποτέλεσμα της αφόρητης πίεσης της εργατικής βάσης που ανάγκασε, έσυρε τις ηγεσίες να συντονιστούν με το γενικότερο αίτημα για κλιμάκωση.

Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες όμως εξακολουθούν να επιλέγουν (συνειδητά ή λόγω σωρευμένης αδράνειας χρόνων) τον δρόμο της εκτόνωσης και του κατευνασμού. Κατά τη διάρκεια των πρόσφατων κινητοποιήσεων στο δημόσιο, έχουν αναφερθεί πολλά παραδείγματα στα οποία τα προεδρεία των συλλόγων εργαζομένων ακολούθησαν παρελκυστικές τακτικές, κατηγορούσαν εργαζομένους για μικρή συμμετοχή – την οποία οι ίδιοι είχαν ουσιαστικά πετύχει-, ή σαμποτάρισαν ανοιχτά την ανάγκη και τις αποφάσεις της βάσης των εργαζομένων για κλιμάκωση και σύγκρουση. Οι εκκλήσεις για συσπείρωση με άλλους εργαζομένους έπεσαν συχνά στο κενό, καθώς κρατικοδίαιτοι συνδικαλιστές επικαλούνταν τους διχαστικούς τεχνητούς διαχωρισμούς μεταξύ των εργαζομένων, όπως τους έχει επιβάλλει η κυβερνητική ατζέντα («Άλλο αυτοί και άλλο εμείς παιδιά. Ο καθένας να οργανώσει τον αγώνα στο χώρο του» – αβάδιστα;). Εργαζόμενοι άλλων φορέων που ήρθαν να χαιρετίσουν γενικές συνελεύσεις σχεδόν προπηλακίστηκαν από μέλη των Δ.Σ.

Και μια γενικότερη αίσθηση επικρατούσε… Ότι πρέπει να δείξουμε καλή εικόνα στην πολιτική ηγεσία, δεν πρέπει να τραβάμε τα πράγματα στα άκρα, ότι πρέπει να κάτσουμε να συζητήσουμε ρε παιδιά, δεν είμαστε τίποτα απολίτιστοι.

Τη στιγμή όμως που ένα ολόκληρο πολιτικό σύστημα καταρρέει με πάταγο, τη στιγμή που ο αγώνας των Ελλήνων εργαζομένων έχει παγκόσμιο αντίκτυπο, τη στιγμή που έχει πραγματικά σημασία να επιλέξεις με ποιον θα πας και ποιον θα αφήσεις, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες, που επιλέγουν τη λογική του κατευνασμού και της συνεννόησης με τα πολιτικά τους αφεντικά, είναι υπόλογες απέναντι σε έναν ολόκληρο λαό. Σε ένα λαό που δε θα σταματήσει σε έναν Γιωργάκη ή στο ΠΑΣΟΚ. Θα σαρώσει όποιον σταθεί εμπόδιο στον αγώνα του.

Ακούτε καλά φίλτατοι συνδικαλιστές;

Οι συνθήκες ωρίμασαν.

Διαλέξτε στρατόπεδο.

(σημ: Οι υποσημειώσεις βγήκαν από το ποστ λόγω παραβίασης του κανονισμού λειτουργίας του wordpress. Θα τις βρείτε στο αντίστοιχο ποστ στο γκρουπ του μπλογκ στο Facebook – http://www.facebook.com/groups/223166974414515/doc/230874510310428/ – )


Advertisements